21/11/2009

ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ 1899 - 1944



 ΣΚΟΠΟΣ ΧΑΜΕΝΟΣ

Σ΄εκείνες τις αστροφεγγιές
που προμηνούν καλοκαιριές
μα που τ΄αχείλι πάει να φρίξει,
και που όλη η ψύχρα απ΄τη βραδυά
γίνεται μέσα στην καρδιά
πίκρα και κάματος και πλήξη,

εγώ δεν έμοιασα ποτές
με τους πικρούς τραγουδιστές
που - κάθε βράδυ σα σχολάνε -
απ΄τα παράθυρα περνούν
- που άξαφνοι ανέμοι τα σφαλνούν -
και τραγουδούν, πολλοί, και πάνε...

Κάτω απ΄τον έντονο ουρανό,
τι μ΄έχει κάνει, να πονώ
κι ως τόσο να σωπαίνω, εμένα;
και να γυρεύω μοιρασιά
απ΄τη δική τους ζεστασιά
μες στα τραγούδια, εγώ, τα ξένα;

Δούλευα μέσα μου να πω
κ΄εγώ (ποιός ξέρει!) έναν σκοπό;
Αχ, κι΄όσο αν τρίβη κι΄αν μαζώνη
τα χέρια μου, όμως δε μπορεί
ακόμα η φούχτα σου να βρη
και την ψυχή μου, που κρυώνη...



ΑΡΓΑ, ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ...

Αργά, στο σπίτι σα γυρνώ
τη νύχτα, απ΄την πλατεία περνώ
που κρέμετ΄έρημο φανάρι.
Νoτιά το δέρνει βραδυνή
και το τινάζει απ΄το σχοινί,
σφοδρά, για να το συνεπάρη.

Ταιριάζει ο αγέρας ο κουφός
κι΄αυτό το τρομαγμένο φως
πάνω στους τοίχους που σπαράζει,
κ΄η σύναξη άσωτα παιδιά
που απόμειναν, μες στη βραδυά,
δίχως ψυχή να τα φωνάζη.

Γύρω, στα σύρματα οι αητοί,
και τζάμια πούειναι από χαρτί
- κάθε σημάδι, έχει ένα ταίρι.
Κ΄η φυσαρμόνικα η βαρειά
που κάπου κλαίει - από μακρυά,
σε πίσω τρίστρατο, ποιός ξέρει! -

τον ίσκιο μου (που προσπερνά
και μεγαλώνει - ως τη γωνιά,
ως ότου αγέρας τον αρπάζει,
καθώς τη μαύρη καστανιά
που έχει μαδήσει η χειμωνιά)
μ΄αυτόν τον ίσκιο μου ταιριάζει.



ΑΜΟΥΣΙΑ

Το ξεπεσμένο αρχοντικό
μπουμπούκια και πουλιά το πνίγουν,
περικοκλάδες το τυλίγουν,
σφιχτά, μεστά - σα μυστικό.

Τη χλώρη την τρεμουλιαστή
νερό τρεχάμενο ακραγγίζει,
το λάκκο - λάκκο, και φλιφλίζει
μιαν ευφροσύνη αναβρυτή.

Κόκκινες σέρνει χαρακιές
ο ήλιος στις γρίλλιες του, ως μέσα,
στο κάδρο με την πριγκηπέσσα
και σε κονσόλες παλαιϊκές.

Η πλάση το καταφιλεί,
τόχει - και το σφιχταγκαλιάζει.
Του κάκου: νειότη δεν του μοιάζει,
μα κρύος χειμώνας πιο πολύ.

Κ΄εγώ, άλλο τόσο: δεν μπορώ
ματιά και νόηση να βαθύνω
στην όψη του, κι εγώ τ΄αφήνω
να κλειή τη θύρα στον Καιρό.

Δεν είναι η ώρα η τυχερή,
δε με δονεί, δε με πικραίνει.
Κρύα η καρδιά μου - περιμένει
ουσία και ποίηση να του βρη

- σε ώρα κρυφή; σε τέχνη ξένη;




ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΩΝΙΕΣ

Κλαις, που βραδιάζει - κ΄η μητέρα
τη βίζιτά της δεν τελεύει.
Ξένος, στο δρόμο που αγριεύει
σύννεφα κλαις και κρύον αγέρα.

Βρέχει, σα χτες. Απ΄άκρια σ΄άκρια
κατασταλάζει ο κούφιος ήχος ...
Και γίνεται αντίκρυ σου ο τοίχος
σα μάγουλο που τρέχει δάκρυα.

Μα τα παράθυρα η κυρία
φριχτά που βγήκε να σφαλίση,
το γιατί κλαις αν σε ρωτήση,
πες της μια ψεύτικη ιστορία.

Να, εσύ τον κόσμο τον φοβάσαι.
Τ΄άλλα παιδιά δε σ΄αγαπάνε,
σε ρίχνουν χάμω, σ΄ανικάνε...
Κάλιο μέσα στο σπίτι νάσαι

με τη λάμπα, με τα βιβλία,
τα ξυλαράκια στο τραπέζι
και με τον αδερφό που παίζει
το σιδηρόδρομο ή τα πλοία,

κάλλιο στην κάμαρα, που ανοίγει
έναστρη, νυχτομαθημένη
- και το τραγούδι της, που βγαίνει,
μέσα στον τοίχο της το πνίγει.

Στο παράθυρο του Γενάρη
που η μαυρομαντηλούσα η μέρα
τρέμει όλο δάκρυα στον αγέρα
κι΄όλο φριχτό μαργαριτάρι.

Απ΄την ανίδεη γυναίκα
σύρε να κλάψης πάρα πέρα.
- Αχ, πως θα ζήσωμε, μητέρα,
ως τις εννιάμιση; ως τις δέκα;




ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Το πραγματικό του όνομα ήταν Ευάγγελος Ιωάννου. Γεννήθηκε στην Καλαμπάκα και σκοτώθηκε το φθινόπωρο του 1944 ενώ βάδιζε στην οδό Πανεπιστημίου, από αδέσποτη σφαίρα ή θραύσμα χειροβομβίδας. Ποιητής και κριτικός βαθυστόχαστος. Αν η ποίηση του είναι απλά λυρική και χαμηλόφωνη, τα δοκίμια και οι κριτικές του φανερώνουν βαθυστόχαστη σκέψη, πλατιά παιδεία. Πρωτοπαρουσιάστηκε δημοσιεύοντας ποιήματα στη "Διάπλαση των Παίδων" του Γρ.Ξενόπουλου. Το πρώτο βιβλίο που εξέδωσε στα 1921, ήταν μια μετάφραση του των "Στροφών" του Ζαν Μωρέας, του Ελληνογάλλου ποιητή, που απ΄αυτόν επηρεάστηκε βαθιά και το δικό του ποιητικό έργο. Αφού εμφανίζεται συχνά στα Γράμματα με μεταφράσεις κι ανθολογίες, στα 1934 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Τα βουκολικά και τα εγκώμια". Πρόλαβε μόνο, στα 1939, να εκδώσει και μια δεύτερη ποιητική συλλογή, "Οι καθημερινές". Το άλλο του έργο εκδόθηκε μεταθανάτια.

09/11/2009

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ 1912 - 1990




ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τα βιβλία που δεν έγραψα
πεδιάδες, δάση, πολιτείες, ορίζοντες, κανάλια.
Βρήκα τ΄αυτοκρατορικά όρη της γης κι απάνω τους
τις δύσες με τα κόκκινα σύννεφα. Τα μεγάλα
ταξίδια που δεν έκαμα βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τους γελαστούς μου φίλους
που μού τους σκέπασεν η γης, η χλόη, το χιόνι,
                                                                            η νύχτα.
Τα λόγια που θα μούλεγαν βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Όσους σταυρούς δεν έμπηξαν στη γης μετά τις μάχες,
μακριές σειρές, ανώνυμους σταυρούς, πάνω και κάτω,
τους σταυρούς όλων των εθνών, βρήκα μέσα στα μάτια
                                                                               σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον πόλεμο τελειωμένο.
Πουλάκια και ήλιος στα κλαδιά! Το παιδικό μου σύμπαν
με τις χρυσές του ζωγραφιές βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα τους μελαγχολικούς γήλοφους της πατρίδας μου
να στέκονται μες στη σιωπή σα ν΄ακούσανε τη φωνή
                                                                                   μου.

Έρχομαι! Ως να τους φώναξα "έρχομαι", να κουνάνε
τις ταπεινές τους κουμαριές, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τις νύχτες να κυλάνε
μεγάλους ποταμούς σιωπής, όπως στα έξη μου χρόνια.
Της θλίψης την αστροφεγγιά, βρήκα μέσα στα μάτια
                                                                                 σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον κόσμο να με θυμάται
κι όλα όσα γνώρισα παιδί να με φωνάζουν με τ΄όνομά
                                                                                  μου.
Της δικαιοσύνης τη σκηνή, την καλοσύνη που έγνεφε
να πλησιάσουν τα βουνά, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα την αιωνιότητα του ήλιου ανανεωμένη.
Τη χλόη, τ΄αστέρια, την αυγή. Στ΄άσπρα σαν την
                                                                    Ειρήνη
ντυμένη τη μητέρα μου, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, όπως η "καλημέρα"
κι η "καληνύχτα", όπως το φως στα τζάμια την αυγή,
αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, τότε, σ΄αυτό τον κόσμο,
θε νά΄χαμε ένα απέραντο σπίτι. Θε νάμαστε άγγελοι.
Το αιώνιο μου παράπονο βρήκα μέσα στα μάτια σου.




ΟΛΟΝΥΧΤΙΑ

Δεν με κατάλαβες. Όλη τη νύχτα
ήμουνα πλάι σου, προσπαθούσα να κλείσω
τα παράθυρα, πάλευα - όλη τη νύχτα.
Επέμενε ο άνεμος.
Άπλωσα τότε
σαν δυο φύλλα ουρανού τις παλάμες μου
                                        πάνω σου,
σε σκέπασα, κι έφυγα πατώντας στα δάχτυλα.
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
χωρίς χέρια τον κόσμο.



ΗΣΥΧΑΣΕ ΠΟΙΗΣΗ

Πρώτα πρέπει να ζήσουμε. Όσο να βρω
την άλλη μου στέγη, εκείνη του αγέρα,
μες στη σιωπή, που είναι για όλα,
μού χρειάζονται: αυτό το τζάμι που τρίζει,
το λίγο ψωμί, η φωτιά, το πουκάμισο.
  Προσπαθώ να το κλείσω αυτό το νερό
που κλονίζει τη στέρνα του σαν ένας χρυσός
σπασμός ήλιου μέσα μου.
                                           Προσπαθώ, αλλ΄αυτό
θυμώνει, αναβρύζει, χτυπά τα τοιχώματα,
βουίζει. Δεν κάνω άλλο τίποτα, φράζω,
πιέζω, λυγάνε να σπάσουν τα δάχτυλα. Είναι
ασύλληπτη η δύναμη αυτού του νερού
που τινάζεται μέσα μου νάβγει στον κόσμο.
                  Αυτού του νερού. Αυτού που αγαπώ.



Η ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΜΕ Τ΄ΑΓΑΛΜΑΤΑ

Η ψυχή μου έχει αμέτρητα χέρια.
Αν τ΄απλώσει παντού θα γιομίσουν τον κόσμο.
Κι οι πέτρες που μούφερες κι αυτές που μου δίνει
το σύμπαν ολόκληρο, μπορεί και να φτάνουν.
Δεν είναι περσότερες ούτε λιγότερες
απ΄όσες μπορώ. Κι αν μούφερνες ένα
βουνό, θα μπορούσα να το κόψω καθώς
η μητέρα μου το ψωμί: σε κομμάτια,
σε φέτες, σε αντίδωρα. Να το κάμω κολώνες,
στα κράσπεδα μιας λεωφόρου "Ειρήνης"
       στις πλάτες της γης.
                                  Κι ακόμη, ώρες - ώρες,
θαρρώ θα μπορούσα να σκαλίσω το φως
του ήλιου σε αγάλματα.




ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Από τους σημαντικότερους Νεοέλληνες ποιητές, γεννήθηκε στις Κροκεές Λακωνίας κι άρχισε να γράφει από την εφηβική του ηλικία. Ήταν 18 χρονών όταν τύπωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή "Κάτω από σκιές και φώτα". Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στο Γύθειο ήρθε στην Αθήνα, όπου όμως δεν μπόρεσε να συνεχίσει στο Πανεπιστήμιο, μια που δεν είχε τα οικονομικά μέσα. Έτσι, κάνοντας διάφορες δουλειές, αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στη Λογοτεχνία. Μέχρι τον πόλεμο του 1940 είχε εκδώσει κιόλας πολλές ποιητικές συλλογές. Το έργο του, προοδευτικό στις ιδεές του, ανθρωπιστικό, γεμάτο αγάπη για τη ζωή και τον άνθρωπο, καλύπτει πολλούς τόμους. Έγινε ακαδημαϊκός, και τιμήθηκε με πολλά βραβεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Πέθανε στο χωριό που γεννήθηκε το Σεπτέμβρη του 1990.

02/11/2009

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ 1890 - 1953




ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ

Ατσάλινος και σοβαρός απάνω στ΄αλογό του
το αχαμνό, του Θερβαντές ο ήρωας περνάει
και πίσω του, στο στωικό γαϊδούρι του καβάλα,
ο ιπποκόμος του ο χοντρός αγάλια ακολουθάει.
Αιώνες που ξεκίνησε κ΄αιώνες που διαβαίνει
με σφραγισμένα επίσημα, ερμητικά τα χείλια
και με τα μάτια εκστατικά, το χέρι στο κοντάρι,
πηγαίνοντας στα γαλανά της Χίμαιρας βασίλεια...
Στο πέρασμά του απ΄τους πλατειούς του κόσμου δρόμους,
όσοι
τον συντυχαίνουν, για τρελλό τον παίρνουν, τον κοιτάνε,
τον δείχνει ο ένας του αλλουνού - κ΄ειρωνικά γελάνε.
Ω ποιητή! παρόμοια στο διάβα σου οι κοινοί
οι ανθρώποι χασκαρίζουνε. Άσε τους να γελάνε:

οι Δον Κιχώτες παν μπροστά κ΄οι Σάντσοι ακολουθάνε!




Η ΑΓΑΠΗ

Δεν ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού
και με τα μάτια στους νεκρούς τους δρόμους στηλωμένα:
- αν είναι νά΄ρθει, θε να΄ρθεί δίχως να νοιώσεις από που
και, πίσω σου πλησιάζοντας με βήματα σβησμένα,

θε να σού κλείσει απαλά με τ΄άσπρα χέρια της τα δυο
τα μάτια που κουράστηκαν τους δρόμους να κοιτάνε
κι όταν, γελώντας, ναν της πεις θα σε ρωτήσει: - Ποια΄μαι εγώ;
απ΄της καρδιάς το σκίρτημα θα καταλάβεις ποιά΄ναι.

Δεν ωφελεί να καρτεράς: αν είναι νά΄ρθει, θε να΄ρθεί.
Κλειστά όλα νά΄ναι, θα τη δεις άξαφνα μπρος σου να βρεθεί
κι ανοίγοντας τα μπράτσα της θα σ΄αγκαλιάσει

ειδέ κι αν έχεις φωτεινό το σπίτι για να τη δεχτείς
και, σαν φανεί, τρέξεις σ΄αυτήν και μπρος στα πόδια της συρθείς,
αν είναι νά΄ρθει, θε να΄ρθεί - αλλιώς θα προσπεράσει! ...



ΖΩΗ

Κάποιες φορές, σαν βράδυαζεν αργά στην κάμαρά μας,
τ΄ωχρό κεφάλι γέρνοντας στην αγκαλιά μου απάνω
και με θλιμένο ανάβλεμμα στηλά κοιτάζοντάς με:
"Θα με ξεχάσεις, - ρώταγες -, καλέ μου, σαν πεθάνω;"
Δε σ΄απαντούσα. Τη φωνή την πνίγαν οι λυγμοί μου
κ΄έσφιγγα με παροξυσμό τ΄αδύνατο κορμί σου,
σα νά΄θελα μεσ΄στη ζωή να σε κρατήσω, ενάντια
στο Χάρο - για, αν δεν μπόραγα, να πήγαινα μαζί σου.
Γιατ΄είσουν όλη μου η ζωή: χαρά της και σκοπός της,
κι όσο κι αν εστρεφόμουνα πίσω στα περασμένα,
δεν έβλεπα, δεν ένοιωθα, κοντά μου άλλα από σένα.
Μού φαίνονταν αδύνατο δίχως εσέ να ζήσω.
Και, τώρα που με άφησες, με φρίκη αναλογιέμαι:

το θάνατό σου, αγάπη μου, πως πάω να συνηθίσω!





ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Λυρικός ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος, μια από τις πιο ευγενικές φυσιογνωμίες των Γραμμάτων μας.
Γεννήθηκε στο Λεωνίδιο Κυνουρίας και τέλειωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Ναύπλιο και στην Κωνσταντινούπολη, ακολουθώντας τον έμπορο πατέρα του. Ήταν 17 χρονών όταν κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή "Σαν όνειρο". Από τότε θα εργαστεί ως δημοσιογράφος και διπλωματικός υπάλληλος και θα ζήσει πολλά χρόνια στο εξωτερικό, μέχρι το 1920, έχοντας ως τότε εκδόσει άλλες δύο ποιητικές συλλογές: "SPLEEN" (1912) και "Νοσταλγίες" (1920). Στην Ελλάδα θα παντρευτεί την Ελένη Νεγρεπόντη - η Αλκη Θρύλο - και θ΄αφιερώσει την υπόλοιπη ζωή του στο γράψιμο, εκδίδοντας πολλά ταξιδιωτικά και δοκιμιακά έργα.

18/10/2009

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ 1888 - 1944





ΓΡΑΜΜΑ

Θυμάμαι, ενώ χωρίζαμε στη μαρμαρένια σκάλα,
σταθήκαμε μια στάλα,
και μού΄πες πως θα ξαναρθής, - για να χαρώ, ποιός ξέρει
μετά το καλοκαίρι.

Και τη στιγμή που βγαίναμε στη στράτα τη μεγάλη,
μού το ξανάπες πάλι
κι απάνω κει χωρίσαμε, - χωρίσαμε σα φίλοι,
μ΄ένα φιλί στα χείλη.

Πέρασε το φθινόπωρο, κακός βοριάς σιμώνει,
κ΄είν΄η καρδιά μου μόνη
κοντοζυγών΄η παγωνιά, τα σύννεφα κ΄η μπόρα,
- και τι θα γίνω τώρα...

Σού΄γραψα τόσα γράμματα, και πόσο λυπημένα:
δε μού΄γραψες ούτ΄ένα
και στη γιορτή σου, σού΄στειλα τ΄άνθη τα τακτικά σου:
δεν έλαβα δικά σου.

Τώρα, στο δρόμο σου περνώ, με μάτι κουρασμένο,
- και δε σε περιμένω
μού φαίνεται πως όλ΄αυτά, κοιμούνται σ΄έναν τάφο,
- γι΄αυτό, και δε σού γράφω.

Όμως, εκείνο το φιλί, που δώσαμε σαν φίλοι,
μού τυραννεί τα χείλη:
τό΄χω, για καταδίκη μου και για παρηγοριά μου,
κρυμμένο στην καρδιά μου ...




VÖGLEIN'S ABENDLIED

Πήρε το κρίνο, το άσπρο κρίνο,
μια στάλα ασήμι απ΄το φεγγάρι
κι από τα πέταλά του, εκείνο,
γλυκό χαμόγελο έχει πάρει...

Το ρόδο ρούφηξε απ΄τη δύση
την κόκκινη φωτοπλημμύρα,
και το σκοτάδι, άμα ροδίση,
πίνει τα ολόγλυκά του μύρα...

Πήρε απ΄τα κύματα η φλογέρα,
κι απ΄τη βροχή, δροσούλα, οι κλάδοι
η νύχτα πήρε από τη μέρα,
πήρε το φως απ΄το σκοτάδι...

Ζήλεψα.. Οι κόσμοι ήταν γιομάτοι
άστρα, χαμόγελα, άνθη, μύρα!
Πήγα κ΄εγώ να πάρω κάτι,
μα ήταν πικρό. Και δεν το πήρα. 



ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ...

Μια νύχτα, το φεγγάρι καθώς έγερνε
φθαρμένο απ΄τις αγρύπνιες κι απ΄τους κόπους,
μού μίλησε, την ώρα που βασίλευε,
για μαγεμένους, άλλους τόπους.

Έτσι λαμπρούς κι ωραίους μού τους παράστησε,
και θέλγητρα και θαύματα γιομάτους,
μονάχα που δεν είπε το πού βρίσκονται,
- μήτε το μέρος, μήτε τ΄όνομά τους...

Και μ΄έκανε και πίστεψα στα λόγια του,
και κάποια ελπίδα μού έλουσε τη σκέψη,
γιατί η καρδιά μου, δίχως πίστη κ΄έρημη,
λαχταρούσε σε κάτι να πιστέψη...

Μα εκείνο, το πικρό του ψέμμα νιώθοντας,
και βλέποντάς με τόσο να επιμένω,
να μάθω πού τους είδες, - χλωμά γέλασε,
και χάθηκε, βαρύ και λυπημένο... 





ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Λεπταίσθητος, μα και τραγικός μαζί ποιητής, που έδωσε ο ίδιος τέλος στην υπαρξιακή αγωνία του, μια βραδιά του 1944, λίγο πριν την απελευθέρωση. Γεννήθηκε στην Αθήνα κι ήταν γιός του στρατηγού Λεωνίδα Λαπαθιώτη, ενώ η μητέρα του ήταν ανιψιά του Χαρ.Τρικούπη. Σπούδασε νομικά, αλλά δεν άσκησε την επιστήμη του, ούτε άλλο επάγγελμα. Από μαθητής ακόμη δημοσίευε ποιήματά του στη "Διάπλαση των Παίδων" κι αργότερα στο περιοδικό "Ηγησώ". Ωστόσο η μόρφωσή του ήταν πλατιά και μεγάλη όπως και η ευαισθησία του. Η μοναδική ποιητική συλλογή του "Ποιήματα" εκδόθηκε στα 1939. Η οικογενειακή του περιουσία τού επέτρεπε να ζει σαν τους μποέμ ποιητές της Ευρώπης, που θαυμάζε.

11/10/2009

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ 1921 - 1988
















ΦΥΣΑΕΙ ΣΤΑ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Παγωνιά
φυσάει στους έρημους δρόμους της πολιτείας
ο άνεμος στροβιλίζει τη σκόνη
παρασέρνει τ΄αποτσίγαρα τα σύννεφα τα χαρτιά
λίγοι μοναχικοί διαβάτες περνάνε βιαστικοί στους δρόμους
φυσάει στις καμινάδες στις στέγες κάτω απ΄τις γέφυρες
φυσάει μες απ΄τ΄αχαμνά σκέλια των κατάδικων που σουλατσάρουν
στα προαύλια των φυλακών
φυσάει στις ματωμένες κοιλιές των γυναικών που γεννάνε
έξω απ΄τις κλειστές πόρτες των νοσοκομείων
φυσάει στις παράγκες στα παραπήγματα στα καπηλειά
φυσάει κάτω απ΄τα παλιά ανάχτορα

Μνημόσυνο για τους πεσόντες

Εξέδρες
τα ψηλά καπέλα των υπουργών
μονύελα
γάντια
ακριβές γούνες
οι φαντάροι στη γραμμή παρουσιάζουν όπλα
πίσω απ΄τις ξιφολόγχες που γυαλίζουν
στριμώχνεται ο λαός

Φάτσες τετράγωνες ρυτιδωμένες
φάτσες μελανιασμένες απ΄το κρύο μελανιασμένες απ΄τις
καπνιές
χοντρά δυνατά σαγώνια σαπισμένα δόντια
μάτια κάτω απ΄τα τσαλακωμένα κασκέτα
κόκκινα και βλοσυρά

Ανάπαυσον ο Θεός τους δούλους σου
αλληλούϊα
φυσάει

Ένας γέρος μισοκοιμάται
ένας σοβατζής με τη φόρμα του χιονισμένη απ΄ασβέστη
δεν υπάρχει διέξοδος
οι Σλάβοι μας απειλούν
ο πόλεμος
ησυχία ησυχία μιλάει ο κύριος υπουργός
ο πόλεμος
αλληλούϊα
φυσάει μες απ΄τα δεκανίκια των σακάτηδων που χτυπάνε
τις πόρτες των πολιτειών

φυσάει μες στις κιθάρες των τυφλών που παίζουν στις γωνιές
των δρόμων
φυσάει ανάμεσα στα κόκκαλα των νεκρών

Μια γυναίκα σφίγγει τρομαγμένη το παιδί της
εκείνο πονάει και μπήγει τις φωνές
σκασμός λοιπόν μιλάει ο υπουργός
ένας αρτεργάτης φτύνει
καθάρματα
αλληλούϊα
κι η φτυσιά του πηγμένη απ΄τ΄αλεύρι φουσκώνει σαν προζύμι
για ένα μεγάλο αυριανό ψωμί
λάβετε φάγετε
φυσάει



25η ΡΑΨΩΔΙΑ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ

Έζησα σ΄έναν κόσμο αλλόκοτο.
Απλώνοντας στους άλλους ένα χέρι
ακρωτηριασμένο απ΄τη δυσπιστία

άνθρωποι κομμένοι κατακόρυφα στη μέση παρακολουθούν τη
λειτουργία της Κυριακής
τ΄άλλο μισό τους παζαρεύει στα μπακάλικα και τα μπορντέλα.

Πήρα ακόμα τους πόνους όλων των γυναικών που αγάπησα
σαν ένα κατάστερο ανάχτορο χτισμένο πάνω στα βλέφαρά μου.

Και νά΄μαι τώρα
                       διασχίζοντας το Άπειρο
πιο ανάλαφρος απ΄τους τρελούς και τα παιδιά

Και ξαφνικά μ΄έλουσε ολόλαμπρη, σα μια δόξα
η άγια χρησιμότητα των πραγμάτων.

ξεπληρώνοντας κάθε αυγή
                όλα τα προαιώνια χρέη

βρήκα τους δικούς μου ήρωες,
               ανυπεράσπιστους
               κι ακατάλυτους
με πανοπλίες από σιδερένια θλίψη.

                             αγαπημένες μου,
εσείς, που ριχτήκατε τη νύχτα πάνω στα μαχαίρια της γύμνιας μου

κι ολόδροσος
σαν ένα χωριάτικο κοιμητήρι που διασχίζει το χρόνο.

Αιώνες ταξίδεψα, βυθίστηκα στο Άπειρο
όπως μέσα στα ξάστερα λαγόνια μιας γυναίκας - κι έφτασα
μέχρι εκεί, πιο εκεί, πιο εκεί, πάντα πιο εκεί,
εκεί, που το Σύμπαν στηρίζεται πάνω στο Άσκοπο

όσα δε ζήσαμε
                αυτά μας ανήκουν -

και ν΄αγκαλιάζονται, όπως ύστερα από΄να μακρύ, απαρηγόρητο
χωρισμό
δυό αδέρφια - βαθιά, βαθιά στιγμή

Οι πλύστρες, στο βάθος, πλέναν τώρα το φως
μέσα στην πίκρα των γενναίων.



ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ

Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα από τσιγάρα

Πατρίδα, είσαι γεννημένη απ΄τους πεθαμένους
(Πατρίδα)


Πάνω στα ματωμένα πουκάμισα των σκοτωμένων
εμείς καθόμασταν τα βράδια
και ζωγραφίζαμε σκηνές από την αυριανή ευτυχία του κόσμου.
Έτσι γεννήθηκαν οι σημαίες μας.
(Σημαίες)


Κι όταν πεθάνω και δε θά΄μαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους
δρόμους σας
τα βιβλία μου, στέρεα κι απλά
θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια
ανάμεσα στο ψωμί
και τα εργαλεία του λαού.
(Ποιητική)



Κάτω απ΄τον ίδιο αστερισμό

οι φτωχοί κατακτούν αναίμακτα τα πάρκα

μια γυναίκα πιο κει τόσο θλιμμένη που ο κόσμος θά΄πρεπε
να ξαναρχίσει

όμως κάπου είμαστε όλοι αθώοι, που; θα το βρουν κάποτε οι ιστορικοί,
                   ήδη το έχουν βρει οι αυτόχειρες
(Γεγονότα υπό αίρεσιν)


ρωτάμε αλλά η απάντηση υπάρχει μόνο όσο δεν τη γνωρίζουμε
είμαστε τ΄όνειρο ενός μανιακού, η μεγαλοφυία ενός τρελού που δραπετεύει
                  μέσα σε μια λέξη

έφηβοι θέλαμε ν΄αυτοκτονήσουμε, σκεφτόμαστε τον εαυτό μας νεκρό
           στη μέση της κάμαρας και όλον τον κόσμο γεμάτον έκπληκτο
           θαυμασμό -
τελικά αναβάλαμε απ΄το φόβο μήπως δουν ως το βάθος της ψυχής
         μας

πίσω από κάθε μέθυσο στέκει μια παλιά πικρή λέξη που του ήπιε
             όλο του το κρασί

κι εγώ δεν έχω άλλο όπλο απ΄το να διηγούμαι ψεύτικες ιστορίες
            και να τις πιστεύω

θά΄δινα ένα βασίλειο για μια παιδική νύχτα
(Η δύναμη των λέξεων)


είναι περίεργο αλλά οι άνθρωποι έχουν την ακλόνητη βεβαιότητα
                 πως ο ήλιος θα βγει και τ΄άλλο πρωί
είναι τόσο ωραίο που το συμμεριζόμαστε όλοι μας

πέθανα μέσα σε κάποιο λεωφορείο για να γλιτώσω το εισιτήριο

άνθρωποι αθώοι σαν άγραφες σελίδες
άνθρωποι ανυπεράσπιστοι σαν τις σελίδες που γράφτηκαν πια.
(Ο φρουρός των ημερών)


κι άλλοτε μια αίσθηση ότι κέρδισες το χρόνο σαν μια λέξη ή μια
             ταπείνωση -

ένας άλλος έζησε τη ζωή μας και τώρα πρέπει εμείς να πεθάνουμε
               στη θέση του

και κάποτε θ΄αποδίδουμε δικαιοσύνη μ΄ένα άστρο ή ένα γιασεμί
είμαι μελαγχολικός από ευδαιμονίες απερίγραπτες
είμαι λησμονημένος για να μπορώ να θυμάμαι
(Φωτισμένο Παράθυρο)


είδα αγάλματα να σωριάζονται νεκρά σαν τους ανθρώπους
τραγούδια να πεθαίνουν χωρίς ελπίδα ανάστασης

κι η νύχτα είναι συχνά τόσο όμορφη σα νά΄χεις υπάρξει κι άλλοτε ή
              νά΄χεις πεθάνει αναρίθμητες φορές
(Νυχτερινά προνόμια)


και πάνω στις τζαμαρίες των σταθμών δεν είναι η βροχή, αλλά τα
            τα απραγματοποίητα ταξίδια που κλαίνε

έξω απ΄τα ορφανοτροφεία σωπαίνουν τα διωγμένα παραμύθια

οι άλλοι φτιάχνουν από μας ένα πρόσωπο για δική τους χρήση

θυμάσαι τις ερωτικές στιγμές μας, Άννα, το φύλο σου σαν ένα
              μισανοιγμένο όστρακο που τ΄ακούμπησε εκεί μια μακρινή
              τρικυμία.

α, ζωή, μια χειραψία με το άπειρο πριν χαθείς για πάντα
(Τα μοναχικά βήματα)


οι αναμνήσεις δεν έχουν οίκτο, η σιωπή είναι η μόνη ελευθερία
η ματαιότητα είναι ένας κήπος όπου παίζουμε τους αθάνατους
μαντίλια αποχαιρετισμού ανεμίζουν στο βάθος - ποιος φεύγει, τι
               σημασία έχει

ω, ας μην τελειώσει αυτή η νύχτα που διαβαίνω - που διαβαίνω
                ανυπεράσπιστος και ωραίος ...
(Το φευγαλέο καμπαναριό)



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Ποιητής από τους μαχητικότερους και προοδευτικότερους της μεταπολεμικής γενιάς. Γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου κι έζησε ως το θάνατό του, ανάμεσα σε περιόδους εξοριών και φυλακίσεων. Η πρώτη του ποιητική συλλογή εκδόθηκε στα 1952 με τίτλο "Η μάχη στην άκρη της νύχτας". Ακολούθησαν πολλά βιβλία, με την ποίησή του να ωριμάζει συνέχεια και να γίνεται όλο και πιο προσωπική και προφητική μαζί.

04/10/2009

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ 1896 - 1928



ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΕΣ

Οι Δον Κιχώτες πάνε ομπρός και βλέπουνε ως την άκρη
του κονταριού που εκρέμασαν σημαία τους την Ιδέα.
Κοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυ
για να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά χυδαία.

Σκοντάφτουνε στη Λογική και στα ραβδιά των άλλων,
αστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσίς του δρόμου,
ο Σάντσος λέει "δε σ΄τό΄λεγα;" μα εκείνοι των μεγάλων
σχεδίων αντάξιοι μένουνε και: "Σάντσο, τ΄άλογό μου!"

Έτσι αν το θέλει ο Θερβάντες, εγώ τους είδα, μέσα
στην μίαν ανάλγητη Ζωή, του Ονείρου τούς ιππότες
άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα,
με μάτια υγρά, τις χίμαιρες ν΄απαρνηθούν τις πρώτες

Τους είδα πίσω νά΄ρθουνε - παράφρονες, ωραίοι
ρηγάδες που επολέμησαν γι΄ανύπαρκτο βασίλειο -
και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικά τούς ρέει,
την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!




ΚΙ ΑΝ ΕΣΒΗΣΕ ΣΑΝ ΙΣΚΙΟΣ

Κι αν έσβησε σαν ήλιος τ΄όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ΄ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά.

Κι αν έχει, πριν ανοίξει το λουλούδι
στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί.

Κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ -
καθάρια πως ταράζεται η ψυχή μου
σα βλέπω το μεγάλον ουρανό.

Η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μού λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μού λέει για κάποια πού΄ζησα ζωή!



ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.

Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία,
Θεέ μου, το φριχτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημία των τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει

Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα νά το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.

Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
"όλα τελείωσαν" ψιθυρίζουν "τώρα",
πως θ΄αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.



ΟΙ ΑΓΑΠΕΣ

Θά΄ρθουν όλες μια μέρα, και γύρω μου
θα καθίσουν βαθιά λυπημένες.
Φοβισμένα σπουργίτια τα μάτια τους,
θα πετούνε στην κάμαρα μέσα.
Ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμπο
και θανάσιμα χείλη θα τρέμουν.

"Αδελφέ" θα μου πουν "δέντρα φεύγουνε
μες στη θύελλα, και πια δεν μπορούνε,
δεν ορίζουμε πια το ταξίδι μας.
Ένα θάνατο πάρε και δώσε.
Εμείς, κοίτα, στα πόδια σου αφήνουμε,
συναγμένοι από χρόνια, το δάκρυ.

"Τα χρυσά πού΄ναι τώρα φθινόπωρα,
που τα θεία καλοκαίρια στα δάση;
Που οι νυχτιές με τον άπειρον, έναστρο
ουρανό, τα τραγούδια στο κύμα;
Όταν πίσω και πέρα μακραίνανε,
πού να επήγαν χωριά, πολιτείες;

"Οι θεοί μας εγέλασαν, οι άνθρωποι,
κι ήρθαμε όλες απόψε κοντά σου,
γιατί πια την ελπίδα δεν άξιζε
το σκληρό μας, αβέβαιο ταξίδι.
Σα φιλί, σαν εκείνα που αλλάζαμε,
ένα θάνατο πάρε και δώσε"

Θα τελειώσουν. Επάνω μου γέρνοντας,
θ΄απομείνουν βουβές, μυροφόρες.
Ολοένα στην ήσυχη κάμαρα
θα βραδιάζει, και μήτε θα βλέπω
τα μεγάλα σαν έκπληκτα μάτια τους
που γεμίζανε φως τη ζωή μου...



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Θεωρείται από τους πρόδρομους της ανανέωσης του νεοελληνικού ποιητικού λόγου, με τις καινοτομίες του στο μέτρο και την ομοιοκαταληξία, με τις απλές καθημερινές λέξεις, που ξαφνιάζοντας τότε, αποκτούσαν όμως μέσα την ποίηση του όλη τη λάμψη και το νόημά τους. Γεννήθηκε στην Τρίπολη, αλλά η οικογένειά του καταγόταν από την Κορινθία. Ο πατέρα του καθώς ήταν νομομηχανικός μετακινούνταν συνέχεια παίρνοντας μαζί του και την οικογένειά του. Έτσι ο ποιητής έζησε την παιδική του ηλικία σε διάφορες επαρχιακές πόλεις που σφράγισαν την ψυχή του με εικόνες μελαγχολίας και θλίψης, που αργότερα θα τις δώσει στα ποιήματά του. Στην Αθήνα σπούδασε νομικά και εργάσθηκε ως δημόσιος υπάλληλος. Όλο του το έργο, όσο έζησε, περιορίζεται σε τρεις ποιητικές συλλογές. Αυτοκτόνησε σε ηλικία 32 χρόνων στην Πρέβεζα, όπου είχε μετατεθεί, ύστερα από δυσμένεια.

27/09/2009

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ 1902 - 1930


ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΣΟΥ

Θυμάμαι τώρα ... Οι θύμησες πλημμύρες που με πνίγουν,
άνεμος, σκοτεινιά.
Τα λόγια ανθούς τα μάδησες, μα τώρα αυτά μου ανοίγουν
κακές πληγές βαθιά.

Ούτε σκιά, ούτε όνειρο έτσι που να διαβαίνη
γοργά προς τον χαμό.

Καπνός η αγάπη. Σύννεφο, τα λόγια σου, μού ραίνει
σταγόνες τον καημό.

Τώρα σαπίζουν μέσα μου πρώιμες οι πληγές μου.
Η θύμηση ασπασμός
προδοτικός, να μου γελούν κρυφά κάποιες στιγμές μου
ν΄αυξαίνη ο απελπισμός.


ΕΜΕΝΑ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΟΥ
ΗΤΑΝ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΚΕΙΝΟΝ


Τι θέλω πια να δέχωμαι την προστασία της Μούσας;
Να σφίγγω την καρδιά μου να δεχτή
τις νέες αγάπες, πίστες και χαρές της,
τάχα πως είναι η μοίρα μου κ΄είνε και διαλεχτή!

Πάει ο καιρός που αχτιδωτό το αστέρι της ματιάς μου
έφεγγε και των θείων και των γηίνων,
Ω των παθών δεν κράτησα εγώ την ανόσια Λύρα,
Εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για Κείνον.

Και τραγουδούν τον καημό της άπιστης ψυχής μου
μεσ' των δακρύων την ευχαριστία
κι όλη η χαρά του τραγουδιού μου ήταν, πως τη φωνή μου
θα την δεχόταν μια βραδιά μπρος στη φτωχή μου εστία.

Κι ως διάβαζα στα μάτια του κάποτε τη χαρά του,
ποιά δόξα πιο ακριβή να πω;
Στο χωρισμό μας τούφερναν σα χελιδόνια οι στίχοι
μήνυμα, πως από μακριά διπλά τον αγαπώ.

Τώρα καμμιά, καμμιάν ηχώ δεν άφησε η φωνή μου
σπαραχτική όταν γέμισε μιας νύχτας το σκοτάδι
Όμως όλοι φοβήθηκαν και γω πιστεύω ακόμα
αληθινά πως τη βαριά χτύπησα πόρτα του Άδη.

Λοιπόν γιατί να δέχωμαι το κάλεσμα της Μούσας;
Σαρκάζει η πίστη μέσα μου των θείων και των γηίνων.
Μια ανόσια Λύρα των παθών σε μένα δεν ταιριάζει.
Εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για Κείνον.


Σ΄ΕΝΑ ΝΕΟ ΠΟΥ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ

Αυτόν τον καταδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
Οι ασχολίες του, οι χαρές του, σ΄ένα νεύμα
προσχήματα γινόνταν της ορμής του.

Τα ωραία βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές. Βίαιος στον έρωτά του.
Ύστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.

Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
αναμεσόμας, μ΄όψη αλλοιωμένη.
Την υποψία μας δε μάς την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.

Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο Θάνατος τούς έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φρικτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.

Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκαμε νεκρό μ΄ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλος σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.

Είχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σα νάχε γίνει.
Κ΄η αιτία του κακού σημαδεμένη.




ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Από τις λυρικότερες και πιο σημαντικές ποιήτριες της νέας ελληνικής γραμματείας, η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1902 και μεγάλωσε στο Γύθειο. Όταν αποφοίτησε από το Γυμνάσιο, το 1918, διορίστηκε νομαρχιακή υπάλληλος. Το 1922 μετατίθεται στην Αθήνα, όπου γράφεται στη Νομική Σχολή. Παρακολουθεί μαθήματα για δύο χρόνια, αλλά τελικά δεν παίρνει το δίπλωμά της.
Στο μεταξύ γνωρίστηκε με τον Καρυωτάκη, που κι αυτός υπηρετούσε ως υπάλληλος στη Νομαρχία, και σε σύντομο διάστημα η γνωριμία τους εξελίχτηκε σε ερωτικό δεσμό, που επέφερε "οριακές" αλλοιώσεις στη ζωή και στη σκέψη της, μετά την αυτοκτονία του ποιητή. Το 1925 ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου γνώρισε σημαντικούς Έλληνες και Γάλλους συγγραφείς, μπολιάζοντας το ζωντανό της πνεύμα και την ευαισθησία της με τις αναζητήσεις των ομότεχνών της στην Ευρώπη. Οι σκληρές συνθήκες ζωής και οι στερήσεις, που αντιμετώπισε στη γαλλική πρωτεύουσα, της κλόνισαν την υγεία ανεπανόρθωτα και, έτσι, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Τον Ιούλιο του 1928 εισάγεται στη "Σωτηρία" όπου την επισκέφτηκε ο Καρυωτάκης, λίγο πριν το μοιραίο του ταξίδι στην Πρέβεζα. Το 1930 πεθαίνει.
Μικρό είναι το έργο που άφησε η Πολυδούρη, όμως στους λιγοστούς στίχους της, κατόρθωσε να αναπτύξει με ένταση και γνησιότητα τους βασικούς πυρήνες της έμπνευσής της - τον έρωτα και τον θάνατο. Άρχισε να γράφει ποιήματα σε ηλικία 14 ετών.και εμφανίστηκε πρώτη φορά στον "Οικογενειακό αστέρα" με το ποίημά της "Μάνα".